Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κακουχίζω
- απόδοση: κακομεταχειρίζομαι / ταλαιπωρώ εαυτόν ή άλλους / ασθενώ
- συγγενές: κακουχώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατά την παραμονή του στην Ηλεία κακουχίσθηκε σε ανεπίτρεπτο βαθμό





