Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κακουχώ
- απόδοση: κακομεταχειρίζομαι / ταλαιπωρώ εαυτόν ή άλλους
- συγγενές: κακουχίζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατά την παραμονή του στην Σπάρτη κακούχησε τον εαυτό του πέραν του επιτρεπτού





