Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σκληραγωγώ
- απόδοση: εξοικειώνω εαυτόν ή άλλους με κακουχίες δια καθημερινής ασκήσεως
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
υπηρετώντας σε επίλεκτη μονάδα σκληραγωγήθηκε δεόντως





