Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
νεκρανασταίνω
- απόδοση: σηκώνομαι από τον τάφο / επανέρχομαι στην ζωή / επαναφέρω σε χρήση θεσμό ή νοοτροπία που έχει εγκαταλειφθεί / επανιδρύω κάτι που έχει οριστικά διαλυθεί
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ενεργούν λες & επιδιώκουν να νεκραναστήσουν τον θεσμό της δουλείας





