Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανακτώ
- απόδοση: αποκτώ εκ νέου κάτι που απώλεσα ή που μου έχει αφαιρεθεί συνήθως παρανόμως ή βιαίως / αναφερόμενοι σε ικανότητα ή πλεονέκτημα που βρίσκουμε πάλι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο ευρισκόμενος στην εντατική ανέκτησε τις αισθήσεις του
προσδιορισμένος στόχος του κράτους να ανακτήσει χαμένα εδάφη





