Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ενθαρρύνω
- απόδοση: προκαλώ την ανάκτηση θάρρους σε κάποιον / του απομακρύνω κάθε αίσθημα δειλίας / συμβάλλω ώστε να ξεπεράσει δισταγμούς ή φοβίες / εμψυχώνω άτομο ή ομάδα
- αντίθετο: αποθαρρύνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
του προσέφερε ενθαρρυντικές υποσχέσεις & τούτος αναθάρρησε





