Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δυσλειτουργώ
- απόδοση: παρουσιάζω κατάσταση μη ομαλής λειτουργίας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το εργοστάσιο τελευταίως δυσλειτουργεί λόγω σοβαρής βλάβης των μηχανών παραγωγής





