Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ομφαλοσκοπώ
- απόδοση: ενεργώ δια ομφαλοσκοπίας / επικεντρώνω το ενδιαφέρον στον εαυτό μου αδιαφορώντας για τον κοινωνικό περίγυρο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
παρά τα λυπηρά συμβαίνοντα στην οικογένεια τούτος ομφαλοσκοπεί ασχολούμενος με τα του εαυτού του





