Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναμεταδίδω
- απόδοση: για συσκευή προσφερόμενη για αναμετάδοση ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σήματος / γα τεχνικό που ενεργεί με απ΄ ευθείας μετάδοση παρουσίασης γεγονότος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η ποδοσφαιρική συνάντηση αναμεταδόθηκε από την Δημόσια Τηλεόραση





