Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απογυμνώνω
- απόδοση: αφαιρώ από κάποιον ή από κάτι αυτό που τον καλύπτει ή τον προστατεύει συνήθως με παράνομο ή βίαιο τρόπο / με μεταφορική έννοια αφαιρώ το περίβλημα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εν τέλει το προεδρικό αξίωμα απογυμνώθηκε από κάθε μορφή εξουσίας





