Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συγκροτώ
- απόδοση: συγκεντρώνω & ακολούθως οργανώνω πρόσωπα ή πράγματα προκειμένου να σχηματίσω ένα λειτουργικό σύνολο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας συγκροτήθηκε μεταξύ των ικανότερων στελεχών αυτής





