Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συντροφεύω
- απόδοση: είμαι πλησίον κάποιου ή τον ακολουθώ σε κάποια μετακίνηση / προσφέρω σε κάποιον βοήθεια ή ψυχική συμπαράσταση / κάνω συντροφιά / αναφερόμενοι σε άτομο που ακολουθεί άλλο μόνιμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η ευχή του πατέρα τον συντροφεύει στον τόπο του ξενιτεμού
συντροφεύει σχεδόν καθημερινά τον κατάκοιτο φίλο του





