Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κανονιοβολώ
- απόδοση: ενεργώ με βολή βλήματος πυροβόλου / βάλλω κάτι με κανόνι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το πλήρες όπλων φορτηγό πλοίο κανονιοβολήθηκα από πολεμικό σκάφος της αντιπάλου χώρας





