Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αγορεύω
- απόδοση: εκφωνώ λόγο δημοσίως / εκφωνώ λόγο σε ακροατήριο δικαστηρίου / με ειρωνική διάθεση για ομιλούντα με στόμφο & χειρονομίες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
καταφεύγει σε πλατείες όπου αναζητεί ακροατήριο προκειμένου να αγορεύσει





