Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
φανατίζω
- απόδοση: εμπνέω σε άτομο ή σύνολο τον φανατισμό / καθιστώ κάποιον φανατικό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα επεισόδια προκλήθηκαν από φανατισμένους ισλαμιστές σε συνοικία της παλαιάς πόλης





