Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
περιφράσσω
- απόδοση: φράσσω κάτι περιμετρικά ώστε να είναι αδύνατη η πρόσβαση σε αυτό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
περιέφραξε τον υπαίθριο χώρο στάθμευσης με ισχυρό κιγκλίδωμα





