Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανέχομαι
- απόδοση: δεν αντιδρώ σε άτομο ή κατάσταση που μου προκαλεί ενόχληση ή δυσφορία / υπομένω άτομο ή κατάσταση / παραβλέπω ηθελημένα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανέχεται την κατάσταση προς χάριν της συμβίας του





