Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ταξιδεύω
- απόδοση: μετακινούμαι από τον τόπο της κατοικίας μου σε κάποιον άλλον όπου παραμένω ορισμένο χρονικό διάστημα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ταξιδεύει από πρωίας με προορισμό την Ύδρα & ακολούθως την Μονεμβασία





