Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
φελλοπλέω - 1
- απόδοση: αναφερόμενοι σε άτομο του οποίου η κατάσταση & κυρίως της υγείας του είναι επισφαλής & επαπειλούμενη
- σχόλιο: απαντάται στη νήσο Κάσο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
φελλοπλέει ο δυστυχής παρά την βοήθεια που του προσέφερε ο θεράπων ιατρός





