Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
φελλοπλέω - 2
- απόδοση: αναφερόμενοι σε άστατο & επιπόλαια σκεπτόμενο άτομο το κινούμενο όπως προστάζει το περιβάλλον του χωρίς την δική του θέληση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
φελλοπλέει ο λογισμός του παρά τις υποδείξεις που του προσφέρθηκαν από οικείο πρόσωπο





