Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταπνίγω
- απόδοση: εμποδίζω εξέγερση ή επιθετική αντίδραση να λάβει διαστάσεις ήτοι καταστέλλω / δεν εκδηλώνω συναίσθημα ελέγχοντας αυτό απολύτως
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατέπνιξε τα συναισθήματα για την πρώην σύζυγο





