Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
νοθεύω
- απόδοση: παραποιώ αλλοιώνω κάτι με σκοπό την εξαπάτηση / προσθέτω σε αγαθό κατώτερα συστατικά με σκοπό το παράνομο κέρδος / παραποιώ στοιχεία με σκοπό την αλλοίωση αποτελέσματος / διαφοροποιώ νόημα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
νόθευσε το διαθέσιμο κρασί με σκοπό την καταχρηστική κερδοφορία





