Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
νεωτερίζω
- απόδοση: εισάγω ή αποδέχομαι νέες αντιλήψεις που προκαλούν ουσιαστική ανανέωση σε κάποιο τομέα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
από της επιστροφής του στην πρωθυπουργία νεωτερίζει επί ποικίλλων θεμάτων





