Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
περιηγούμαι
- απόδοση: ταξιδεύω σε μη οικείους τόπους προκειμένου να γνωρίσω να θαυμάσω να απολαύσω τα προσφερόμενα ενδιαφέροντα σε αυτούς
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προ μηνός περιηγήθηκε στην πανέμορφη Αρκαδία





