Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ριψοκινδυνεύω
- απόδοση: εκθέτω εαυτόν ή κάτι άλλο σε πιθανό κίνδυνο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι δικυκλιστές της αστυνομίας καθημερινά ριψοκινδυνεύουν αντιμετωπίζοντας πλήθος καταστάσεων





