Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταληστεύω
- απόδοση: αρπάζω μεγάλο χρηματικό ποσό ή πλήθος πολύτιμων αντικειμένων / εκμεταλλεύομαι από οικονομικής φύσεως στον υπέρτατο βαθμό κάποιον ή κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εκμεταλλεύθηκε την στιγμή αδυναμίας του & τον καταλήστευσε





