Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξετάζω
- απόδοση: παρατηρώ με ιδιαίτερη προσοχή προκειμένου να κατανοήσω κάτι & να καταλήξω σε συμπέρασμα / ελέγχω προσεκτικά / υποβάλλω άτομο ή ομάδα σε εξέταση προκειμένου να διαπιστώσω την έκταση γνώσεων ή ικανοτήτων / υποβάλλω ερωτήσεις με σκοπό να πληροφορηθώ / συγκεντρώνω πληροφοριακό υλικό / ελέγχω την κατάσταση υγείας ατόμου / πραγματεύομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εξετάζει πετρώματα αναζητώντας μετάλλευμα βωξίτη
κατέληξε σε αγορά χωρίς να εξετάσει την ποιότητα του εμπορεύματος
ο μάρτυρας κλήθηκε από τον δικαστή προκειμένου να εξετασθεί





