Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξωθώ
- απόδοση: ωθώ προς τα έξω συνήθως κατά βίαιο τρόπο / παρακινώ άτομο ή ομάδα να ενεργήσει για κάτι που δεν το επιθυμεί
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διαπιστώθηκε ότι την εξώθησε στην πορνεία
εξωθεί συναδέλφους του σε απεργιακή κινητοποίηση





