Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναδιατάσσω
- απόδοση: τροποποιώ διευθέτηση πραγμάτων / τακτοποιώ κατ΄ άλλον τρόπο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
λόγω αταξίας αποφάσισε να αναδιατάξει τα υπάρχοντα στο γραφείο





