Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναδιανέμω
- απόδοση: καταργώ παλαιότερη διανομή διανέμοντας εκ νέου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η διεύθυνση προσωπικού αποφάσισε να αναδιανέμει μέρος του πλεονάζοντος προσωπικού





