Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πραγματεύομαι
- απόδοση: μελετώ / αναπτύσσω προφορικά ή γραπτά κάποιο επιστημονικό κυρίως θέμα εις βάθος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
βιβλίο που πραγματεύεται τις μετακινήσεις των λαών ανά την υφήλιο





