Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκπέμπω
- απόδοση: παράγω ακτινοβολία αφήνοντας αυτή να διασκορπισθεί / αναδίδω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εκπέμπει ερωτισμό κατάσταση που αρέσει αλλά & ενοχλεί τον σύζυγο
οι λαμπτήρες πυρακτώσεως εκπέμπουν θερμότητα





