Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαλευκαίνω
- απόδοση: ερευνώ διεξοδικά εντοπίζοντας το αίτιο που προκάλεσε κατάσταση / φέρνω στο φως στοιχεία σκοτεινής υποθέσεως / εξιχνιάζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προσπάθησε να διαλευκάνει τις αιτίες που οδήγησαν τον αυτόχειρα στον θάνατο





