Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποτίω > αποτίνω
- απόδοση: αποδίδω τιμή ευγνωμοσύνη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εκπρόσωπος του Επιτελείου Στρατού κατέθεσε στεφάνι προκειμένου να αποτίσει φόρο τιμής στον νεκρό





