Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ευπιστώ
- απόδοση: εκφράζω ευπιστία / δέχομαι ό,τι ακούω χωρίς επιφυλακτικότητα & αμφιβολίες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
λόγω χαρακτήρος ευπιστεί ευκόλως σε ό,τι ακούει στο περιβάλλον του





