Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μπουρδολογώ
- απόδοση: εκφράζω ανοησίες / εκφράζομαι με λόγια χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πέραν από το σοβαροφανές ύφος το μόνο που δύναται είναι να μπουρδολογεί





