Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εγκληματώ
- απόδοση: διαπράττω εκουσίως πράξη με άδικο αποτέλεσμα αντιτιθέμενη στον νόμο που κρίνεται αξιόποινη από τον ποινικό κώδικα / ενεργώ ανεπίτρεπτα από ηθικής απόψεως προκαλώντας βλαπτικό αποτέλεσμα σε άτομο ή σύνολο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εγκλημάτησε με την αδιαφορία που έδειξε στο πρόβλημα υγείας της κόρης του





