Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εποπτεύω
- απόδοση: παρατηρώ εξετάζω κάτι / ασκώ έλεγχο σε κάτι προκειμένου να διαπιστώσω την ομαλή λειτουργία αυτού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανύπαρκτη η αγορανομική παρουσία προκειμένου να εποπτευθεί η τήρηση της τάξεως στην αγορά





