Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μυστηρολογώ
- απόδοση: συνεννοούμαι κρυφίως / κρυφομιλώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μυστηρολογούσε επί μακρόν στον προθάλαμο του ιατρείου για την εξέλιξη της υγείας του πατέρα





