Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναγεννώ
- απόδοση: αναφερόμενοι σε κάτι επανεμφανιζόμενο ακμαίο μετά από μακρά περίοδο κατάπτωσης
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μετά από μακρά περίοδο κάμψης του οργανισμού επανεμφανίσθηκε αναγεννημένος





