Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
στειρώνω
- απόδοση: προκαλώ σε άνθρωπο ή ζώο ανικανότητα αναπαραγωγής
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στείρωσε τον γάτο του προκειμένου να αποφύγει τους ατελείωτους ερωτικούς περιπάτους





