Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
άγω > άγομαι
- απόδοση: οδηγώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
άγεται βεβιασμένα σε απόφαση εκποίησης του ακινήτου των Σπετσών
άγεται βεβιασμένα σε απόφαση εκποίησης του ακινήτου των Σπετσών

