Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ταξιθετώ
- απόδοση: τακτοποιώ έγγραφα σε ειδικά διαρρυθμισμένο χώρο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επινόησε ένα απλοποιημένο τρόπο προκειμένου να ταξιθετούνται τα έγγραφα της επιχείρησης





