Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απελευθερώνω
- απόδοση: αποδίδω ελευθερία σε κάποιον / απαλλάσσω από δέσμευση εξάρτηση ή καταναγκασμό / εκλύω / καθιερώνω στο εμπόριο καθεστώς ελεύθερων συναλλαγών
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η διάσπαση του ατόμου απελευθερώνει ενέργεια
κατέληξε να απελευθερωθεί από τα δεσμά του γάμου
με την γενική αμνηστία που χορήγησε ο προσωρινός Πρόεδρος της χώρας απελευθερώθηκαν οι πολιτικοί κρατούμενοι





