Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραδέχομαι
- απόδοση: δέχομαι κάτι ως ορθό / εγκρίνω / αποδέχομαι / συμφωνώ σε κάτι / αναγνωρίζω τις αξίες & τις ικανότητες κάποιου ατόμου / ομολογώ αναγνωρίζω κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
παραδέχθηκε δημοσίως την ήττα του που προέκυψε από την εκλογική αναμέτρηση





