Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποκαρδιώνω
- απόδοση: ενεργώ κατά τέτοιον τρόπο που προκαλώ απογοήτευση σε άλλον / κάνω κάποιον να απολέσει το θάρρος ή το κουράγιο του
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αναχώρησε για το σπίτι του αποκαρδιωμένος πλήρως





