Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αγωνίζομαι
- απόδοση: καταβάλλω προσπάθεια / κάνω αγώνα ή συμμετέχω σε αυτόν / προσπαθώ προθύμως να αντιμετωπίσω κατάσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αγωνίσθηκε στη ζωή > στην ξενιτιά > μέχρι εσχάτων
οι Έλληνες αγωνίσθηκαν μέχρι τέλους για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού





