Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επισκιάζω
- απόδοση: ρίχνω την σκιά μου πάνω σε κάποιον / προβάλλομαι μεταβάλλοντας σε άσημο & ολιγότερο σημαντικό κάποιον άλλον ή κάτι άλλο / αντιμετωπίζομαι ως πλέον σημαντικός ή αξιόλογος από άλλον
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η σύλληψή του επισκίασε κάθε επίκαιρο γεγονός





