Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αδειοδοτώ
- απόδοση: εγκρίνω άδεια λειτουργίας ως αρμόδια αρχή
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δεν αδειοδοτείται η λειτουργία αναψυκτηρίου εδεσμάτων λόγω κορεσμού
δεν αδειοδοτείται η λειτουργία αναψυκτηρίου εδεσμάτων λόγω κορεσμού

