Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ευαισθητοποιώ
- απόδοση: μεταβάλλω άτομο ή πράγμα σε ευαίσθητο αισθανόμενο κάτι με ένταση / καθιστώ άτομο ευαίσθητο σε πνευματικά ή συναισθηματικά θέματα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο βαρύτατος τραυματισμός της κακοποιημένης κοπέλας ευαισθητοποίησε την κοινή γνώμη





